Σελίδες

Τα πρωτότυπα και τα αντίγραφα φάρμακα.


Μετά την ψήφιση του εφαρμοστικού νόμου για την υγεία, πρόνοια, φάρμακο, όλοι οι γιατροί υποχρεωτικά πρέπει να συνταγογραφούν τα φάρμακα με βάση τη δραστική ουσία και όχι την εμπορική ονομασία τους. Το μέτρο αυτό θα εφαρμόζεται από την 1ηΑπρίλη στα νοσοκομεία και από την 1η Ιούνη για τους ασφαλισμένους στα ταμεία κοινωνικής ασφάλισης. Επίσης να συνταγογραφούν αντίγραφα, φτηνά φάρμακα και όχι πρωτότυπα που είναι ακριβά. Η κυβέρνηση ήδη προετοιμάζει την εφαρμογή των θεραπευτικών πρωτοκόλλων συνταγογράφησης, δηλαδή τον καθορισμό των κατηγοριών δραστικών ουσιών, οι οποίες θα αντιστοιχούν στην αντιμετώπιση κατηγοριών ασθενειών. Ταυτόχρονα θα καθορίσει και το ύψος της δαπάνης που θα αποζημιώνουν τα ασφαλιστικά ταμεία.
Το κριτήριο που θέτει η κυβέρνηση για αυτές τις αλλαγές, είναι η μείωση της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης, αδιαφορώντας για την ασφάλεια και αποτελεσματικότητα του φαρμάκου και γενικά την προστασία της υγείας του λαού. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα εάν ένα φάρμακο διαπιστωθεί από το γιατρό ότι δεν είναι αποτελεσματικό για τον ασθενή ή δημιουργεί παρενέργειες και χρειαστεί να του δώσει ένα άλλο που δεν αποζημιώνεται από το ασφαλιστικό ταμείο, τότε θα πρέπει να το πληρώσει ο ασθενής. Ταυτόχρονα δίνει κίνητρο στον ασθενή με τη μείωση του ποσοστού συμμετοχής στην αγορά ενός φαρμάκου, αν επιλέξει φθηνότερο φάρμακο από αυτό που του έχει συνταγογραφήσει ο γιατρός.
Σχετικά με τα πρωτότυπα και τα αντίγραφα φάρμακα να διευκρινίσουμε τα εξής:
Ολα τα φάρμακα - πρωτότυπα ή αντίγραφα - αποτελούνται από τη δραστική ουσία που αυτή δρα θεραπευτικά στην ασθένεια και από άλλες ουσίες, τα λεγόμενα έκδοχα, τα οποία κυρίως ρυθμίζουν τη σωστή διάχυση της δραστικής ουσίας στον οργανισμό.
Τα αντίγραφα ή γενόσημα φάρμακα έχουν την ίδια δραστική ουσία με τα πρωτότυπα, όμως κανένα αντίγραφο φάρμακο δεν έχει στη σύστασή του τα ίδια έκδοχα με το πρωτότυπο, όπως και με κανένα άλλο αντίγραφο.
Τα πρωτότυπα φάρμακα έχουν την ίδια δραστική ουσία και τα ίδια έκδοχα και όταν έχουν «πατέντα» και όταν τη χάσουν, μετά από 10 χρόνια από την πρώτη κυκλοφορία τους.
Από τα παραπάνω φαίνεται ότι, ανάλογα με το έκδοχο που έχει κάθε φάρμακο μπορεί να έχει διαφορετική «συμπεριφορά» σε διαφορετικούς ασθενείς που έχουν την ίδια ασθένεια. Μπορεί να έχει διαφορετική αποτελεσματικότητα ή και παρενέργειες σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό. Μπορεί για την ίδια πάθηση ένας ασθενής να καλύπτεται πλήρως από ένα «αντίγραφο», «φτηνό» φάρμακο όπως λέγεται, ενώ ένας άλλος με την ίδια ασθένεια να χρειάζεται άλλο φάρμακο, αντίγραφο ή και πρωτότυπο.
Η μαζική αντικατάσταση των πρωτότυπων φαρμάκων με αντίγραφα, όπως προωθείται από την κυβέρνηση, σε συνδυασμό με την έλλειψη ουσιαστικών ελεγκτικών μηχανισμών από τον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκου (ΕΟΦ), όπως και ο ίδιος ο Πρόεδρός του αναγνωρίζει, μπορεί να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη διακίνηση μη ασφαλών και αναποτελεσματικών αντιγράφων φαρμάκων.
Ο ισχυρισμός της κυβέρνησης ότι ο ΕΟΦ, όπως και ο αντίστοιχος της ΕΕ, ελέγχει τη βιοϊσοδυναμία όλων των εισαγόμενων και των παραγόμενων στην Ελλάδα φαρμάκων και μετά εκδίδει την πιστοποίηση για να κυκλοφορούν στο εμπόριο, αποτελεί το προκάλυμμα για να υλοποιηθεί η επικίνδυνη πολιτική της για την υγεία του λαού. Διότι είναι γνωστό ότι ουσιαστικοί έλεγχοι για τη βιοϊσοδυναμία των φαρμάκων από τον ΕΟΦ δεν πραγματοποιούνται ποτέ. Αυτό που κυρίως κάνουν οι ελεγκτές του ΕΟΦ είναι να ελέγχουν αν με την αίτηση του φαρμακοβιομήχανου για την άδεια κυκλοφορίας του φαρμάκου έχει προσκομίσει και την έκθεση βιοϊσοδυναμίας, η οποία φτιάχνεται από ιδιωτικές εταιρείες. Δηλαδή βάζουν το βιομήχανο να αποδείξει ότι το φάρμακο που έφτιαξε είναι ποιοτικό, ασφαλές και αποτελεσματικό.
Από τη στιγμή που το φάρμακο είναι εμπόρευμα και η φαρμακοβιομηχανία ελέγχει ουσιαστικά τον κύκλο έρευνα - παραγωγή - διακίνηση, επίσης λόγω του αυξανόμενου ανταγωνισμού για το ποιος θα επικρατήσει στην αγορά, αυξάνονται οι πιθανότητες διακίνησης ακόμα και επικίνδυνων φαρμάκων.
Για παράδειγμα περιοδικά εμφανίζονται «φθηνά» φάρμακα, με πρόβλημα τουλάχιστον στην αποτελεσματικότητά τους. Επίσης κυκλοφορούν «ακριβά» φάρμακα που θέτουν σε κίνδυνο την υγεία και τη ζωή των ασθενών από τις παρενέργειες που προκαλούν. Υπήρξε πρόσφατο παράδειγμα με φάρμακο που η βιομηχανία παραγωγής του (πολυεθνική), είχε αποκρύψει ένα μέρος των διαπιστωμένων από την έρευνα παρενεργειών, προκειμένου να περιοριστούν τα μειονεκτήματα και να ανταγωνιστεί με καλύτερους όρους το αντίστοιχο φάρμακο άλλης πολυεθνικής.
Είναι φανερό ότι με τις ανατροπές αυτές στον τρόπο συνταγογράφησης, περιορίζεται η δυνατότητα του γιατρού να παρακολουθήσει την πορεία της θεραπείας που έχει δώσει στον ασθενή για την οποία έχει την ευθύνη.
Η κυβέρνηση προκειμένου να κρύψει το στόχο της για άγριες περικοπές, επικαλείται τη μη ορθολογική χρήση των φαρμάκων ή την υπερσυνταγογράφηση που οδηγεί εκτός από την αύξηση της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης και στο να στοκάρονται στα σπίτια φάρμακα ή να πετάγονται.
Δε θα υπήρχαν αυτά τα φαινόμενα αν η κυβέρνηση με την πολιτική της δεν είχε αφαιρέσει τα δικαιώματα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης σε χιλιάδες ανέργους ή αυτοαπασχολούμενους που δεν μπορούν να πληρώσουν τις εισφορές τους. Αν οι ασθενείς δεν έπρεπε να περιμένουν στις τεράστιες λίστες αναμονής για μια εξέταση και συνταγή και ο καθένας μπορούσε οποιαδήποτε ώρα και μέρα του χρόνου να βρει στο δημόσιο σύστημα υγείας γρήγορα και εύκολα τον κατάλληλο γιατρό και να πάρει τα φάρμακα δωρεάν. Επίσης φάρμακα μένουν στα σπίτια γιατί ο γιατρός μπορεί να αλλάξει τη θεραπεία. Τώρα μάλιστα θα αυξηθούν αυτές οι περιπτώσεις με την κυκλοφορία των αντιγράφων γιατί ενδεχομένως η αλλαγή της φαρμακευτικής αγωγής να είναι πιο συχνό φαινόμενο.
Ο γιατρός με την επιστημονική του γνώση και εμπειρία στη χορήγηση φαρμάκων στους ασθενείς και ως ο μοναδικός υπεύθυνος για τη θεραπεία που πρέπει να ακολουθηθεί, πρέπει να μπορεί να συνταγογραφεί το πιο κατάλληλο φάρμακο ώστε να εξασφαλίζει την καλύτερη αποτελεσματικότητα, χωρίς ή έστω με τις ελάχιστες παρενέργειες. Αυτό πρέπει να είναι το κριτήριο συνταγογράφησης των φαρμάκων από το γιατρό και όχι αν είναι φθηνό ή ακριβό, αντίγραφο ή πρωτότυπο, αν αναγράφεται η εμπορική ονομασία ή η δραστική ουσία.
Το ερώτημα δραστική ουσία ή φάρμακο με εμπορική ονομασία, είναι ψευτοδίλημμα. Το βασικό είναι ότι στον καπιταλισμό το φάρμακο με οποιαδήποτε μορφή είναι εμπόρευμα.
Σήμερα, σε συνθήκες δραστικών περικοπών των μισθών και συντάξεων, αύξησης των ανέργων και απόρων, το φάρμακο και γενικά οι υπηρεσίες υγείας αντί να παρέχονται δωρεάν από το κράτος, γίνονται όλο και πιο ακριβά και απρόσιτα εμπορεύματα, ιδιαίτερα για την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα.
Για να ικανοποιηθούν οι λαϊκές ανάγκες με δωρεάν φάρμακο, αλλά και για να εξασφαλιστεί η ποιότητα, η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητά του, προϋποθέτει τη λειτουργία κρατικού οργανισμού που θα παράγει, θα εισάγει και θα ελέγχει ουσιαστικά με όλα τα σύγχρονα μέσα τη βιοϊσοδυναμία και τη βιοδιαθεσιμότητα των φαρμάκων και θα τα διαθέτει μέσω του κρατικού συστήματος υγείας.

Του
Γιώργου ΝΑΝΟΥ