Δεν τα φάγαμε μαζί. Να τα φάμε, όμως.


Του Α.Ζενάκου
Το επιχείρημα επαναλαμβάνεται συνεχώς και μάλλον το έχετε ακούσει: Η διαφθορά, λένε, διαπνέει την ελληνική κοινωνία. Όλοι κάπου φταίξαμε: χρησιμοποιήσαμε βύσμα, ζητήσαμε ρουσφέτι, φοροδιαφύγαμε, διορίσαμε έναν συγγενή μας στο Δημόσιο, λαδώσαμε έναν εφοριακό, χτίσαμε ένα υπόστεγο χωρίς άδεια, πουλήσαμε κάτι χωρίς απόδειξη, δώσαμε φακελάκι, παρκάραμε παράνομα, σβήσαμε μια κλήση. Φταίμε ο καθένας μας, όλοι, για την κατάντια μας. Και, συνεπώς, μας πρέπει τώρα η επιβολή μιας σκληρής πολιτικής. Απλώσαμε τα πόδια μας πέρα από το πάπλωμα και μάλιστα ανέντιμα. Όσοι αντιδρούν απλώς δεν αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους. Και όσο δεν αναλαμβάνουμε τις ευθύνες μας όλοι, δεν θα οικοδομήσουμε ποτέ μια δίκαιη κοινωνία, όπου ο νόμος να τηρείται, να έχουμε όχι μόνο δικαιώματα αλλά και υποχρεώσεις κτλ.
Μοιάζει λογικό το επιχείρημα. Επιτρέψτε μου, ωστόσο, να προτείνω την εξής λίγο ευρύτερη εικόνα:
Η διαφθορά είναι ενδημική σε κάθε πολιτικό και οικονομικό σύστημα που βλέπουμε. Ακριβέστερα, ενδημικό είναι ιδιαίτερα εκείνο το είδος διαφθοράς που καθιστά συγκοινωνούντα δοχεία την πολιτική εξουσία, τους οικονομικά ισχυρούς και τα ΜΜΕ. Στην Ελλάδα, το είδος αυτό το είπαμε «διαπλοκή». Αλλά δεν είναι ελληνικό φαινόμενο – απαντάται σε όλες τις οικονομίες και σε όλες τις πολιτείες. Πιο ενδιαφέρον, ακόμη, είναι ότι συχνότατα δεν είναι παράνομο.
Για να πάμε στη μητέρα της φιλελεύθερης δημοκρατίας και της ελεύθερης αγοράς, δεν είναι παράνομο, λόγου χάρη, ότι ο Χανκ Πόλσον βρέθηκε από διευθύνων σύμβουλος της Goldman Sachs στη θέση του υπουργού Οικονομικών της κυβέρνησης Μπους. Ούτε είναι παράνομο ότι ως υπουργός φώναξε τον διάδοχό του στην επιχείρηση για να κουβεντιάσουν τι θα έκαναν με την επαπειλούμενη χρεοκοπία της Lehman Brothers. Ούτε ότι αποφάσισαν να μη δώσουν δημόσια χρήματα για τη διάσωσή της, μολονότι μετά αποφάσισαν να δώσουν δημόσια χρήματα για τη στήριξη της ίδιας της Goldman Sachs.
Στα δικά μας, δεν είναι παράνομο ότι ο αδελφός του πρώην πρωθυπουργού και ο εξάδελφος της συζύγου του υπουργού Οικονομικών συμμετείχαν στα Δ.Σ. της Proton Bank, την οποία ενίσχυσε με δημόσια χρήματα ο ίδιος ο υπουργός Οικονομικών. Ούτε είναι παράνομο ότι ο γιος ενός από τους ισχυρότερους ιδιοκτήτες ΜΜΕ της χώρας ανέλαβε σύμβουλος του προέδρου ενός από τα μεγαλύτερα κόμματα, το οποίο στηρίζει την κυβέρνηση «Εθνικής Σωτηρίας». Ούτε είναι παράνομο ότι ο πρώην διευθυντής σε δύο εφημερίδες του ίδιου εκδοτικού συγκροτήματος επιλέχθηκε για υπουργός Επικρατείας από έναν πρωθυπουργό που εδώ και σχεδόν είκοσι χρόνια βρίσκεται πλάι σε κάθε οικονομική πολιτική της χώρας.
Θα μπορούσα να επιστρατεύσω αμέτρητα ακόμη παραδείγματα, αλλά, νομίζω, αρκούν. Πώς φωτίζεται λοιπόν η λογική του αρχικού επιχειρήματος από το γεγονός ότι αυτά τα φαινόμενα είναι ενδημικά; Τι καθιστούσε την Ελλάδα, έστω κι έτσι, διαφορετική;
Η διαφορά στην Ελλάδα ήταν πως το σύστημα είχε βαθιές ατέλειες και, προκειμένου αυτό το «διάπλεγμα» -συγχωρήστε μου το νεολογισμό- πολιτικών, επιχειρηματιών και ΜΜΕ να παρακάμψει περιορισμούς με τερατώδη τρόπο, παρείχε τη δυνατότητα στους πολίτες να κάνουν το ίδιο με ισχνό τρόπο: μπορούσαν κι αυτοί κάπως, έστω κι αν στη δική τους περίπτωση ήταν συνήθως παράνομο, καθότι δεν διέθεταν την ισχύ να προσθέτουν τροπολογίες σε νόμους ή να προστατεύονται από ασυλίες, να παρακάμψουν μια τεράστια, απάνθρωπη γραφειοκρατία και τον σαδιστικό παραλογισμό των κρατικών υπηρεσιών.
Πίσω λοιπόν από το λογικοφανές επιχείρημα που αναφέραμε στην αρχή, κρύβεται η εξής κυνική δήλωση: Εμείς (οι πολιτικοί, οι επιχειρηματίες και τα ΜΜΕ) θα συνεχίσουμε να κάνουμε ακριβώς το ίδιο, αφού αυτό είναι ενδημικό στις οικονομίες για τις οποίες συζητάμε και οι οποίες μας συντηρούν. Εσείς (οι πολίτες), όμως, θα σταματήσετε να κάνετε αυτό που κάνατε και θα πληρώσετε αναδρομικά γι’ αυτό. Διότι εμείς αποφασίσαμε ότι με αυτόν τον τρόπο θα βγούμε από την κρίση.
Βρίσκω, λοιπόν, την πρότερη -καίτοι απεχθή- κατάσταση δικαιότερη από αυτήν που απειλεί να εγκαταστήσει το λογικοφανές επιχείρημα της συλλογικής ευθύνης. Αν πρόκειται να οικοδομήσουμε δίκαιη κοινωνία και τα τοιαύτα, πείτε μας πρώτα πώς θα σταματήσουν τα λουκούλλεια γεύματα. Κι ύστερα συζητάμε για το τσιμπολόγημα. Αυτό είναι το ηθικό.  
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη στήλη “Τεχνηέντως”.